Στον απόηχο και εν μέσω αντιδράσεων σε σχέση με το συλλαλητήριο της Αθήνας της 4ης Φεβρουαρίου 2018 επί του Σκοπιανού θέματος, υπάρχουν πολλά συμπεράσματα, εμπειρίες και εκτιμήσεις που πρέπει να γίνουν. Για αυτό θα υπάρξει σειρά άρθρων ώστε να υπάρξει η δυνατότητα να αναλύσουμε ικανοποιητικά κάθε σημείο.  Σε αυτό το Α μέρος θα ξεκινήσουμε με τα δύο θέματα που απασχολούν (για ευνόητους λόγους) την επικαιρότητα: τον όγκο του συλλαλητηρίου και τον λόγο που εκφώνησε ο Μίκης Θεοδωράκης.

          Είναι αδιαμφισβήτητο και οφθαλμοφανές γεγονός ότι το συλλαλητήριο της 4ης Φεβρουαρίου είναι πολιτικά κοσμογονικό ακριβώς διότι με τις συνθήκες που θα συζητήσουμε σε λίγο συγκέντρωσε λαοθάλασσα της τάξεως τουλάχιστον του πάνω από μισό εκατομμύριο και πιθανώς και πάνω από εκατομμύριο ατόμων.

          Ουσιαστικά καμμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει αυτού του συλλαλητηρίου με αυτό για το «ΟΧΙ» του Δημοψηφίσματος (που ήταν εξ ίσου μεγαλειώδες) για τον απλό λόγο ότι ενώ εκείνο ήταν υποστηριζόμενο από την κυβέρνηση (έστω και εικονικά), το τωρινό επί του Σκοπιανού όχι μόνο δεν υποστηρίχθηκε αλλά πολεμήθηκε λυσσαλέα και περισσότερο από κάθε άλλο στα ιστορικά της σύγχρονης μας Μεταπολιτευτικής Ιστορίας.

          Ενώ στο συλλαλητήριο του «ΟΧΙ» τα μετρό ήταν ανοιχτά και οι συγκοινωνίες δωρεάν, οι δρόμοι ανοιχτοί και η αίσθηση ότι η συμμετοχή σε αυτό ήταν και ασφαλής και ηθικά/πολιτικά ορθή, τουλάχιστον όσον αφορούσε τις κύριες κομματικές γραμμές της Αριστεράς, του Κέντρου και σε μειοψηφία αλλά ικανά και της μετριοπαθούς Δεξιάς συμπεριλαμβανομένης και της μαύρης ακροδεξιάς (Χ.Α.), στο συλλαλητήριο επί του Σκοπιανού τα μετρό ήταν κλειστά, οι δρόμοι κλειστοί με κλούβες κάθε δεύτερο τετράγωνο και η κυκλοφορία ιδιαίτερα δυσχερής και ελεγχόμενη ενώ η συμμετοχή σε αυτό τορπιλιζόταν από ακραίους χαρακτηρισμούς περί ‘φασιστών’, ‘ναζί’, ‘καρναβαλιών’, ‘ρατσιστών’, κ.ά. τέτοια. Χαρακτηρισμοί δηλαδή τους οποίους Ιστορικά ο μέσος Έλληνας αντιμάχεται και δεν θέλει να έχει καμμία σχέση με αυτούς.

          Επί πλέον, υπήρξαν και κυκλοφόρησαν φήμες, προειδοποιήσεις και ρεπορτάζ ότι δήθεν θα χυνόταν αίμα, ότι υπήρχε περίπτωση τρομοκρατικού και ακόμα και επιθέσεις με μαχαίρια σε όσους συμμετείχαν στο συλλαλητήριο κρατώντας Ελληνικές Σημαίες (τις οποίες χαρακτήριζαν ως «σφουγγαρίστρες», αλλά η δράση και παρουσία στο συλλαλητήριο αυτών των ατόμων που έκαναν αυτές τις απειλές είναι για το επόμενο μας άρθρο) κάτι δηλαδή που εξισούται ουσιαστικά με απειλή κατά της ζωής και ακεραιότητας όποιου τολμούσε να συμμετάσχει στο συλλαλητήριο.

          Δηλαδή, δεν μπορούμε να κάνουμε σύγκριση διότι οι συνθήκες των δύο συλλαλητηρίων είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και ως είναι ευνόητο, η συμμετοχή στο συλλαλητήριο που πολεμάει η κυβέρνηση και όλα τα κόμματα (ασχέτως εάν έγιναν πιο χλιαρά τις παραμονές) και το Κεφάλαιο με τις πλάτες και εντολές του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. συν τοις άλλοις, είναι παρασάγκας πιο σημαντική και υποδηλώνει πολύ μεγαλύτερη εν δυνάμει και παθητική/δυνητική στήριξη και από αυτούς που φοβήθηκαν ή δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν.

          Το γεγονός δε ότι το τωρινό συλλαλητήριο ήταν το ίδιο ή και μεγαλύτερο με/από εκείνο του «ΟΧΙ», με όλα αυτά που προαναφέραμε ως υπονομεύσεις και βαρίδια το κατατάσσουν σε αυτό που είπαμε στην εισαγωγή, στα πολιτικά κοσμογονικά γεγονότα. Ιδιαιτέρως δε διότι, ενώ υπήρχαν όλες οι ηλικίες μέχρι και έφηβοι αλλά καθόλου παιδιά κατά μέσο όρο, διαφαίνεται ότι οι απειλές ελήφθησαν υπ’ όψη από τους συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο τουλάχιστον μέχρι του σημείου να μην εκθέσουν μικρά παιδιά σε αυτές (ενώ στο συλλαλητήριο του «ΟΧΙ» όπως και στους Αγανακτισμένους υπήρχαν ολόκληρες οικογένειες ακόμα και με μωρά της αγκαλιάς που συμμετείχαν).

          Όσον αφορά τώρα τον λόγο που εκφώνησε ο Μίκης Θεοδωράκης:

Πρόκειται και αυτός για έναν λόγο που αλλάζει εντελώς το πολιτικό τοπίο και άρει από το πολιτικό και κομματικό σκηνικό τις ταμπέλες-προστασία που μέχρι και εχθές κατείχαν για την εκτέλεση άκρως αντιανθρωπιστικών, ρατσιστικών (συμπεριλαμβανομένων και ανθελληνικών) και φασιστικών δράσεων και πράξεων ώστε να είναι υπεράνω κριτικής και έγκλησης ασχέτως πραγματικών πράξεων, και προς νομιμοποίηση των πράξεων αυτών. Πρακτική που κατά κόρον χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά που χρησιμοποιείται και από πληθώρα σκαιών κομματικών και άλλων τέτοιων μορφωμάτων που, κραδαίνοντας ψευδεπίγραφα και δόλια την ταμπέλα της Αριστεράς που καπηλεύτηκαν, επιδίδονται σε πράξεις φασισμού, ρατσισμού και φανατισμού που δεν αρμόζουν ούτε υπήρξαν ποτέ στην Αριστερά.

          Ουσιαστικά ο λόγος του Μ. Θεοδωράκη ήταν μια απαραίτητη ασπίδα στην έννοια της Αριστεράς που καταλασπώνεται, υπονομεύεται και φαλκιδεύεται απο όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα που δήθεν την εκπροσωπούν και την απαρτίζουν (κοινοβουλευτικά και έξω-κοινοβουλευτικά) αφ’ ενός, αφ’ ετέρου ήταν και μια επαναφορά στην τάξη και στις σωστές Αρχές όχι μόνο της Αριστεράς αλλά και του Πατριωτισμού και της επιδίωξης της πανανθρώπινης Ειρήνης, τόσο εντός των συνόρων μας όσο και σε όλη την Βαλκανική χερσόνησο.

          Είναι σαφές ότι αυτός που χάνει το απυρόβλητο και δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί στην μάσκα που κρατάει (δηλαδή του ‘αριστερού’) για να κάνει ασύστολα ό,τι θέλει άνευ κριτικής, και που από εδώ και εμπρός θα πρέπει να αποδεικνύει εμπράκτως ότι δεν είναι φασίστας όπως και οι υπόλοιποι, οργίζεται και λυσσαλέα θα επιτεθεί σε αυτόν που του το αφαίρεσε αυτό το απυρόβλητο με ό,τι χαρακτηρισμό και ad hominem μπορεί.

          Ό,τι όμως και να κάνει ο κύβος ερρίφθη: ο Μ. Θεοδωράκης, με όλους του τους πειραματισμούς, συστηματικά και ανέκαθεν υπήρξε σύμβολο της Αριστεράς, του Πατριωτισμού, του Αντιφασιστικού Αγώνα, των Λαϊκών Αγώνων και των Ελληνικών Αγώνων.

          Όταν λοιπόν το αδιαμφισβήτητο Σύμβολο της Αριστεράς δεν αναγνωρίζει κάποιους ως αριστερούς αλλά ως φασίστες/εκπροσώπους του Κεφαλαίου/ΝΑΤΟ, δεν είναι το Σύμβολο που έχει το πρόβλημα αλλά αυτοί οι κάποιοι.

Και το να το βρίζουν, να το απειλούν ή να το τραμπουκίζουν το σύμβολο αυτοί οι κάποιοι στην προσπάθεια τους να το μαυρίσουν ή ακυρώσουν δεν τους βοηθάει, απλά αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Εξ άλλου, το σχετικό άσμα για τον Φασισμό το λέει πολύ καλά: «… οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν αλλά όχι το μίσος του για μένα».

 
 
Crimes Against Greeks.com (2015)