Η δίκη της ΑΑΔΕ στο ΣτΕ την 7/3/2018, όπου οι προσφεύγοντες δικηγόροι ζητούν την ακύρωση (και άρα την κατάργηση) της, είναι όπως αναλύσαμε και στο 1ο μέρος αυτής της περιγραφής, μια νευραλγική δικαστική μάχη που με αφορμή την ΑΑΔΕ θέτει επί τάπητος το πραξικόπημα του 2015 (δηλαδή την διαδικασία ανατροπής του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015) και συνεπώς το τρίτο Μνημόνιο.

Εκτός αυτού όμως, η δίκη αυτή θέτει και άλλα θέματα όπως την συνεχή παραβίαση του Συντάγματος από τις Μνημονιακές επιταγές. Συγκεκριμένα, μια από τις δέσμες επιχειρημάτων που παρουσιάστηκαν στην συζήτηση της υπόθεσης ήταν το ότι το Σύνταγμα απαγορεύει την σύσταση ανεξάρτητης αρχής με τις λειτουργίες και υπερεξουσίες που έχει η ΑΑΔΕ.

Επιπλέον, θίγεται και η εξόφθαλμη και πρόδηλη κατάχρηση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων όλων μας που έχουν ουσιαστικά δημοσιοποιηθεί στο χρηματοπιστωτικό δίκτυο επιχειρήσεων/εταιριών με αποτέλεσμα να βλάπτεται ανεπανόρθωτα όχι μόνο το συμφέρον και η δυνατότητα οικονομικής επιβίωσης των φορολογουμένων αλλά και το ίδιο το ‘δημόσιο συμφέρον’ που τόσο συχνά επικαλούνται για να περάσουν τερατώδεις νομοθεσίες διότι οι τράπεζες επισπεύδουν καταχρηστικά (βάσει της δυνατότητας τους να έχουν πρόσβαση στην φορολογική καρτέλα του κάθε ενός) απαιτήσεις χρεών έτσι ώστε να ζημιώνεται από έσοδα το δημόσιο τα οποία πηγαίνουν  κατά προτεραιότητα και σε συντριπτικό ποσοστό σε αυτές.

Η αντίκρουση των υπερασπιστών δικηγόρων της ΑΑΔΕ ουσιαστικά εμμέσως πλην σαφώς επιβεβαίωσε την ανωτέρω κατάσταση και στηρίχθηκε κυρίως στην συνείδηση και εργασιακή εντιμότητα των τραπεζών (!) που έχουν ‘δεσμευτεί’ (αορίστως) να μην κάνουν κατάχρηση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των φορολογουμένων και στην ευσυνειδησία του διοικητή της ΑΑΔΕ που δεν λογοδοτεί σε κανέναν παρά μόνο εντελώς τυπικά παρουσιάζει τις δράσεις του ετησίως στην βουλή χωρίς όμως δυνατότητα καμμίας ελεγκτικής αρχής (ακόμα και αυτής της ίδιας της βουλής) να παρέμβει σε αυτές.

Πρόκειται δηλαδή για την εφαρμογή της διάλυσης του σκληρού πυρήνα του Κράτους σε ένα επίπεδο πολύ πιο ζωτικό και πιο άμεσο από το πλήγμα που δέχτηκε η Ελληνική οικονομική Ανεξαρτησία με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και το Ευρώ.

Ενώπιον αυτού του συγκλονιστικά απειλητικού για όλους μας γεγονότος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για κάθε υφή, υπόσταση και σταθερότητα του Κράτους Πρόνοιας, της Εθνικής Ασφάλειας, της λειτουργίας του Κρατικού μηχανισμού υπέρ του Ελληνικού Κράτους και Λαού καθώς και του Κράτους Δικαίου, οι δικαστές του ΣτΕ είχαν μόνο χασκόγελα και ειρωνικά μειδιάματα και συνεχώς εκδήλωναν ανησυχία να μην χαραμίσουν χρόνο ωσάν να επρόκειτο για μια διαδικαστική υπόθεση ρουτίνας.

Ως σπατάλη χρόνου θεώρησαν το να αφήσουν τους δικηγόρους να εκθέσουν τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα τους για το ακροατήριο, ιδιαίτερα όταν η επιχειρηματολογία έθιγε το πολιτικό προσωπικό, το θέμα απειλής του Πολιτεύματος και επίσης την απειλή της ίδιας της ΑΑΔΕ. Η πρόεδρος, ενώ όφειλε να μην εκφέρει καμμία γνώμη υπέρ οποιασδήποτε πλευράς κατά την διάρκεια της συζήτησης, εξέφρασε την άποψη της ότι η ΑΑΔΕ είναι άνευ προβλήματος στην υπηρεσία της φοροσυλλογής και φορολογικής πολιτικής. Αργότερα κατά την διάρκεια της συζητήσεως, η πρόεδρος αυτή, βλέποντας ότι το ακροατήριο αντιδρούσε και σχολίαζε αρνητικά τόσο την έδρα της όσο και τις συνηγόρους υπερασπίσεως της ΑΑΔΕ, εξέφρασε την απορία της για αυτό λέγοντας ότι δεν καταλάβαινε ποια ήταν η σχέση της φορολογικής αρχής και των θεμάτων της με τους Πολίτες και τα συμφέροντα τους (!) για να έχουν τέτοιο ενδιαφέρον και πάθος (!) επί του θέματος.

Και μόνο αυτό το ανερμάτιστο σχόλιο θα έπρεπε να ήταν αρκετό για την εκπαραθύρωση όλης της έδρας με αυτοδίκαιη εξαίρεση τους λόγω ανικανότητας ή βλακείας (με την νομική έννοια του όρου). Και αυτό θα ήταν το επιεικές σε ένα εντελώς τυπικά ακριβοδίκαιο σύστημα διότι δικαστικός σε τέτοια θέση δεν μπορεί να έχει ούτε ανικανότητα ούτε βλακεία αλλά μόνο δόλο και συμφέρον να κακοδικήσει και συνεπώς για αυτό της το σχόλιο θα έπρεπε να παραπεμφθούν όλοι για κατάχρηση εξουσίας τουλάχιστον λόγω μεροληψίας. Γιατί το σχόλιο αυτό δεν ήταν άνευ σκοπιμότητας: ήταν για να βοηθήσει την στην πραγματικότητα οικτρή θέση των καθ’ ου (δηλαδή της ΑΑΔΕ και συνεπώς των κυβερνητικών) που ελπίζουν σε μια τεχνικής φύσεως δικανική και άνευ ουσίας και περιεχομένου κατασκευασμένη αιτιολογία υπέρ τους όπως η δήθεν έλλειψη εννόμου συμφέροντος των φορολογουμένων -Πολιτών και των φορολογουμένων-υπαλλήλων/προσωπικού της ΑΑΔΕ που προσέφυγαν.

Η τροχοδρόμηση μιας στημένης διεκπεραίωσης με προειλημμένη λήψη απόφασης σε αυτήν την δίκη (όπως σε κάθε περίπτωση ελέγχου/ακυρώσεως Μνημονιακών διατάξεων πλην αυτών που αφορούν έσοδα δικαστικών και πολιτικών) φαίνεται ακόμα και από την με πρώτη ματιά σύνθεση της συγκεκριμένης έδρας: η παρουσία σε αυτήν του υιού Πικραμένου θα έπρεπε να την καταστήσει άκυρη λόγω του συμφέροντος υπέρ Π. Πικραμένου (που έκρινε ‘συνταγματικά’ τα προηγούμενα Μνημόνια πέρα από όλη την άλλη εμπλοκή του) που θα εξυπηρετήσει σίγουρα ο γιός του. Κάτι τέτοιο εξ’ άλλου το εκλαμβάνει γενικώς ο νόμος ως την πιο πιθανή έκβαση όταν σε κρινόμενες υποθέσεις αποφαίνονται συγγενείς εμπλεκομένων ατόμων (πόσο μάλλον ατόμων που παραπέμπονται και βρίσκονται υπό απειλή δικαστηρίων) και για αυτό εντέλει την εξαίρεση των.

Όμως, αφ’ ενός οι προσφεύγοντες είναι προετοιμασμένοι σύμφωνα με τα λεγόμενα τους να προχωρήσουν την υπόθεση πέρα από το ΣτΕ και αφ’ ετέρου, η έκβαση και οι συνθήκες υπό τις οποίες δικάζεται η ύπαρξη του μορφώματος ΑΑΔΕ (που δημιουργήθηκε με το ίδιο καθεστώς, σκοπιμότητα και στόχο που έγινε και το σύστημα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και όλες οι άλλες ‘υπηρεσίες’ ξεπουλήματος/αρπαγής της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας μας) είναι ένα βασικό ερέθισμα που θα πρέπει να μας οδηγήσει πλέον στην ανατροπή.

Αυτό ακριβώς θα συζητήσουμε στο 3ο και τελευταίο μέρος αυτής της παρουσίασης-ανάλυσης.

 
 
Crimes Against Greeks.com (2015)