Η ανείπωτη τραγωδία του βίαιου θανάτου ενός μικρού παιδιού είναι έγκλημα. Είναι ένα κακούργημα που έχει πολιτικούς ηθικούς αυτουργούς και μια σειρά αυτουργών/συνεργών σε επίπεδο καρτέλ και κυκλωμάτων. Ο θάνατος του μικρού Μάριου από το Μενίδι είναι μια πολιτική δολοφονία, όχι επειδή το ίδιο το παιδί αυτό ήταν στόχος κάποιων πολιτικών ή του παρακράτους όπως συνήθως γίνεται με πολιτικές δολοφονίες αλλά, διότι συγκαταλέγεται στις υπολογισμένες παράπλευρες απώλειες μιας κατάστασης που αποδίδει όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο αλλά και σε πολιτικό επίπεδο αυτή την εποχή.

          Μπορεί ο Μάριος να χτυπήθηκε από πραγματική αδέσποτη σφαίρα, αλλά το σενάριο του τραυματισμού και του θανάτου του είναι ευθαρσώς προϋπολογισμένο να χρησιμοποιηθεί εάν και εφ’ όσον προκύψει, κάτι που αποκλείει πλέον το θέμα της ανικανότητας ή αμέλειας σε επίπεδο κρατικής πρόληψης και το ανάγει στην εγκληματική καλλιέργεια και αποδοχή της πιθανότητας τέτοιου συμβάντος. Με αυτό το νομικό σκεπτικό μπορεί να καταδικαστεί για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως ο μεθυσμένος που οδηγεί αυτοκίνητο και προκαλεί ατύχημα με νεκρό.

          Ακριβώς βάσει αυτού του σκεπτικού που είναι και εγχωρίως και διεθνώς κοινά αποδεκτό και εφαρμοστέο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε, όπως ήδη το κάναμε, τον θάνατο του Μάριου ως δολοφονία εκ προθέσεως από το Κράτος.

          Γιατί λοιπόν και πώς στοιχειοθετείται αυτό;

  1. Η νομοθεσία: όταν πράξεις που μπορούν και συχνά οδηγούν στον θάνατο, στην αναπηρία, στην ψυχική ή οικονομική αναπηρία/βλάβη χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα με ποινές ουσιαστικά αμελητέες οι οποίες πέραν της όποιας ανασταλτικής ισχύος δεν συνεπάγονται πραγματική φυλάκιση (δηλαδή τον περιορισμό της ελευθερίας του δράστη ώστε να μην επιδοθεί ξανά στις ίδιες πράξεις), τότε εμμέσως πλην σαφώς ΕΠΙΤΡΕΠΕΙΣ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΘΑΡΡΥΝΕΙΣ. Αυτό είναι κοινό μυστικό και οι κυβερνητικοί/βουλευτές  το γνωρίζουν καλά αφού εξ άλλου το χρησιμοποιούν και για τους εαυτούς τους (βλέπε π.χ. νόμους Βενιζέλου που μετέτρεψε σε πλημμελήματα περιπτώσεις υπεξαίρεσης χρημάτων από το Δημόσιο ώστε να παραγράφονται γρήγορα και να μην δικάζονται λόγω της υπουργικής/βουλευτικής ασυλίας). Αντιστοίχως περιθωριοποιημένα άτομα όπως οι Ρομά που δεν εξαρτώνται από ένα λευκό ποινικό μητρώο για προσπορισμό και επιβίωση, δεν αισθάνονται τάση αποτροπής με μια καταδίκη που δεν τους απαγορεύει την συνέχεια των δραστηριοτήτων τους. Αυτό συνιστά προπαρασκευή σε έγκλημα εκ μέρους των κυβερνητικών-βουλευτών που ψήφισαν νόμους όπως π.χ. τον νόμο Παρασκευόπουλου.
  2. Οι δικαστές: επειδή δεν έχουμε Συνταγματικό δικαστήριο, κάθε έδρα είναι και θεωρείται Συνταγματικό δικαστήριο και μπορεί να κρίνει την Συνταγματικότητα του νόμου που καλείται να εφαρμόσει είτε ευθέως είτε παρεμπιπτόντως. Κυριότερα, οι δικαστές καλούνται να προασπίσουν την αίσθηση ασφάλειας καθώς και την πραγματική ασφάλεια των Πολιτών καθ’ ότι αποτελεί και Συνταγματική Επιταγή και Υπερ-Συνταγματικό Ανθρώπινο Δικαίωμα. Συνεπώς έχουν όχι μόνο Δικαίωμα αλλά Υποχρέωση να κάνουν το απλούστερο: να μην αναγνωρίσουν αναστολή στους καταδικασθέντες εγκληματίες που υποτροπιάζουν ή που έχουν διαπράξει πολύ σοβαρή βλάβη οποιασδήποτε φύσεως στο θύμα τους. Μπορούν επίσης να αρνηθούν την μετατροπή της ποινής σε χρηματικό αντίτιμο, για λόγους τήρησης της Συνταγματικότητας και του Κράτους Δικαίου. Μία τέτοια απλή συντονισμένη συμπεριφορά θα είχε αποτρεπτικό χαρακτήρα. Επί πλέον, σε ανώτερους νομικούς κύκλους θα μπορούσαν να απαιτήσουν τον χαρακτηρισμό κάθε εγκλήματος κατά ζωής και ακεραιότητας και περιουσίας ως κακούργημα. Το γεγονός ότι δεν προβαίνουν σε καμμία τέτοια ενέργεια συνιστά συμμετοχή στην προπαρασκευή τέτοιων εγκλημάτων και την προτροπή/καλλιέργεια αυτών και συνεργεία σε αυτά εκ μέρους του δικαστικού σώματος.
  3. Οι αστυνομικοί: βαρεία ευθύνη φέρουν οι αστυνομικοί για το ότι οι Ρομά (και κάθε Ρομά/γκετοποιημένο-περιθωριοποιημένο κοινωνικό υποσύνολο) μπορούν να λειτουργούν σε καθεστώς ανομίας και ‘άβατου’ όπως έχει γίνει της μόδας να λέγεται. Η κατάσχεση παρανόμων όπλων είναι κάτι που μπορούν να κάνουν αυτοδικαίως χωρίς να χρειάζονται εισαγγελική κάλυψη. Όσον αφορά δε το θέμα του οικιακού ασύλου, ο οποιοσδήποτε εισαγγελέας είναι υποχρεωμένος να παραγγείλει την σύλληψη και μέσα από το σπίτι εάν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις αποδείξεις τέλεσης εγκληματικής ενέργειας εντός αυτού. Οι δε αυτές αποδείξεις ευκόλως συλλέγονται. Είναι δε γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να παραμείνει εντός της οικίας/σπιτιού του για πάντα και μπορεί να συλληφθεί με ένταλμα ανά πάσα στιγμή. Είναι λοιπόν ευθύνη όλης της αστυνομίας και της διοίκησης της αστυνομίας που οι Ρομά και οι κάθε Ρομά συνεχίζουν να οπλοφορούν παράνομα και να πυροβολούν σε κατοικημένες περιοχές και να απειλούν με πυροβόλα όπλα επισήμως στις κάμερες χωρίς να φοβούνται την οποιαδήποτε ουσιαστική συνέπεια (τουλάχιστον να χάσουν τα όπλα αυτά). Οι αστυνομικοί λοιπόν, όπως οι βουλευτές/υπουργοί και δικαστικοί, είναι επίσης ένοχοι προπαρασκευής σε εγκλήματα όπως αυτό του Μαρίου, καθώς και συνεργοί και ηθικοί αυτουργοί λόγω της προστασίας και προτροπής λόγω ανοχής των εγκλημάτων αυτών.
  4. Οι Ρομά: βεβαίως όπου λέμε ‘Ρομά’ (λόγω της περίπτωσης δολοφονίας του Μάριου) εννοούμε και κάθε άλλο κοινωνικό υποσύνολο, γηγενές ή εισαχθέν/εισαγόμενο, από τουλάχιστον την εποχή που άνοιξαν τα σύνορα με κυβερνητική πρωτοβουλία και επέτρεψαν σε μεγάλες ομάδες να εισέλθουν και να παραμείνουν στην Ελλάδα με καθεστώς παράνομο και ουσιαστική ανομία στην τέλεση εγκλημάτων, πορνείας και διακίνησης παρανόμων εμπορευμάτων κάθε είδους. Το γεγονός ότι επιτρέπεται στους Ρομά να ζουν παρά τω νόμω όχι μόνο στις διάφορες δραστηριότητες προσπορισμού κέρδους που κάνουν αλλά και γενικότερα στην καθημερινότητα τους (παιδική εργασία, παιδική επαιτεία, επιβολή αναλφαβητισμού, γάμοι ανηλίκων, εφαρμογή/υπακοή σε ίδιο νόμο και ίδιο πολιτειακό/κυβερνητικό καθεστώς, κλπ) ουσιαστικά όχι μόνο τους αποστασιοποιεί από οποιοδήποτε κίνητρο ένταξης στην κυρίως Ελληνική κοινωνία αλλά τους δίνει επί πλέον και αίσθηση δικαιώματος άνομης συμπεριφοράς. Η τιμωρία της κυρίως Ελληνικής κοινωνίας δεν αφορά την κοινωνία των Ρομά και κάθε αντίστοιχου περιθωριοποιημένου κοινωνικού υποσυνόλου και συνεπώς ως είναι λογικό, δεν έχει καμμία αποτρεπτική επίδραση ενώ μπορεί να λειτουργεί και ως ‘βάπτισμα του πυρός’ και κίνητρο για την απόκτηση κύρους εντός της κοινωνίας τους. Αυτό δηλαδή που επιχειρείται να επιτευχθεί και με άλλες υπο-ομάδες (βλέπε μετανάστες, μουσουλμάνους με νόμο Σαρίας, και άλλους) είναι καθεστώς στην περίπτωση των Ρομά με τα απτά αποτελέσματα που συζητάμε τώρα. Σε αυτό ΔΕΝ ευθύνονται ως επί το πλείστον οι Ρομά αλλά το Κράτος που το επιτρέπει, το καλλιεργεί και το επιβάλλει μέσω της νομοθεσίας, των κυβερνητικών, των δικαστών και των αστυνομικών τουλάχιστον στο επίπεδο όλης της ιεραρχίας τους. Σε αυτή την ιεραρχία βεβαίως συμπεριλαμβάνεται και η δημοτική αρχή που επίσης επιτρέπει και διευκολύνει το συγκεκριμένο καθεστώς.

Για όλα τα ανωτέρω αυτός που όπλισε το χέρι που πήρε την ζωή του Μάριου (και τόσων άλλων που δεν είχαν πιθανώς την κάλυψη των ΜΜΕ) είναι το Κράτος που το συμφέρει να στρέφεται η κοινωνία ενάντια στο άλφα ή βήτα υποσύνολο της ως αποδιοπομπαίο τράγο και ‘κακό’ ώστε το ίδιο το Κράτος να μπορεί να δρα ανενόχλητο και  να επιβάλλει σε όλη την κοινωνία τον ζυγό της καταπίεσης που φέρνει απ’ έξω.

Συμφέρει το Κράτος να έχει πάνοπλα υποσύνολα που τα ελέγχει το παρακράτος άμεσα και το ίδιο το Κράτος έμμεσα ώστε να τρομοκρατεί το σύνολο του Ελληνικού Λαού και να το καθιστά έτσι πιο ελέγξιμο, ιδίως σε φάσεις που το Κράτος φοβάται τον Λαό.

Συμφέρει δηλαδή το Κράτος η δολοφονία του Μάριου και για αυτό τον λόγο είναι πολιτική, γιατί το Κράτος την προετοίμασε, καλλιέργησε και επέτρεψε με κάθε μέσο.

Ο μόνος τρόπος για να μην συμφέρει το Κράτος η δολοφονία του Μάριου είναι να στραφεί όλη η κοινωνία σύσσωμη ενάντια και να απαιτεί την τιμωρία όχι μόνο του όποιου Ρομά κατείχε το παράνομο όπλο και το χρησιμοποίησε σε κατοικημένη περιοχή και μάλιστα κοντά σε σχολείο, αλλά και τον πρωθυπουργό (ως πολιτικό διοικητικό προϊστάμενο), τον υπουργό, τον αρχηγό της αστυνομίας, τον εισαγγελέα που δεν δίνει τις σωστές εντολές ακόμα και τώρα, τον ανακριτή, τον δικαστή που αμόλησε και αμολάει τους εγκληματίες ξανά στον δρόμο, και στο ότι επιτρέπεται στους παράνομους να οπλοφορούν και απαγορεύεται στον μέσο Πολίτη που κινδυνεύει από αυτούς να φέρει επίσης όπλο για την προστασία του και για να είναι έτσι το αντίπαλο δέος, αφού δεν αφοπλίζουν τους παράνομους οι υπεύθυνοι κρατικοί και δεν τον προστατεύει σε κανένα επίπεδο το Κράτος.

Ας απαιτήσουμε λοιπόν όλοι να οπλοφορούμε προς δική μας προστασία με αντίστοιχη προστασία του νόμου για αυτοάμυνα εφ’ όσον η αστυνομία, η δικαιοσύνη και το Κράτος δηλώνουν ανικανότητα να αφοπλίσουν τους παράνομους και να διαλύσουν τα άβατα.

 
 
Crimes Against Greeks.com (2015)